- ὑηνεύς
- ὑηνεύς, ὁ, ein säuischer, tölpischer Mensch
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ὑηνεύς — swinish masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
υηνεύς — έως, ὁ, Α (για πρόσ.) σκαιός, αμαθής και αγροίκος, κτηνώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕηνος + επίθημα εύς (πρβλ. τοξ εύς)] … Dictionary of Greek
ὑηνεῖς — ὑηνέω to be as stupid as a hog pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) ὑηνεύς swinish masc acc pl ὑηνεύς swinish masc nom/voc pl (parad form) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)